Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Σοφία, η πνευματική μας ("Μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν") μητέρα -επανάληψη


(επανάληψη από το http://salograia.blogspot.gr/2010/07/blog-post.html)
............................................................................


Περιστεράκι μου

τις προάλλες, πηγαίνοντας εις αποχαιρετιστήριο - και διαποτισμένο από χαρμολύπη- καθήκον, εντελώς στο ξαφνικό, εντελώς στο απροσδόκητο, ποιον νομίζεις ότι ένιωσα να με σκουντάει με τρυφερότητα στην πλάτη και στρέφοντας προς τα πίσω το κεφάλι, τον αντίκρισα -μετά από δεκαετίες- κατάπληκτη ;

Την αλησμόνητη δ.Σοφία, την πνευματική μου μητέρα!

-Πνευματική μητέρα;
Τη νονά σου εννοείς;


-Όοοχι τη νονά μου!

Δυστυχωωωώς δεν ευτύχησα να γνωρίσω τη νονά μου.
Το νονό , τον ξέρω από φωτογραφία- σχεδόν- έχω ξεχάσει και τ' όνομα.

Μονάχα το φριχτό του επάγγελμα εν-τυπώθηκε ως σφραγίδα άλγους, στη μνήμη μου.

-Οδοντίαααα(χ)τρος!

Εκείνο το νονό, καλώς ή κακώς -ουκ οίδα, Κύριος οίδεν- από τότε που βαφτίστηκα -δίχρονο κοριτσάκι στον Αγιάννη το Ρώσο στο Προκόπι της Εύβοιας, προκειμένου να εκπληρωθεί το μεγάλο τάμα που έκανε - στην εποχή του Εμφύλιου, ακόμη άγαμος- ο πατέρας μου- εκείνον -λέω- το νονό, για πολλούς και διάφορους λόγους, δεν τον ξαναθυμάμαι μπροστά μου...

Και να σου ψιθυρίσω εμπιστευτικά, να το γνωρίζεις μόνον εσύ- εγώ- κι ο κόσμος όλος

(διότι ουδέν κρυπτόν υπό τον ιντερνετικόν ήλιον)

σαν αγκαθάκι με τσίμπαγε στην καρδιά, η σκέψη ότι τον νονό δεν τον έβλεπα ποτέ και ΔΕ λάβαινα από κείνον την πασχαλινή μου λαμπάδα- όπως ήταν το έθιμο- ή κάποιο ζευγάρι παπούτσια που συνηθιζόταν να χαρίζει το Πάσχα, έκαστος ευ-συνείδητος ανάδοχος στα πολλά και διάφορα- κατά την προαίρεση της ψυχής- γηθοσύνως τιτιβίζοντα, βαφτιστηράκια του.

Μιλώντας, λοιπόν, για τον οδοντίαααα(χ)τρο εκείνον

(ούτε καν γνωρίζω αν ζει ή πέθανε, τοιαύτη πλήρης και τελεία επί δεκαετίες, φριχτή αποξένωση)

έρχομαι να τονίσω ότι το πρόσωπο του αναδόχου στην τελετή της Ορθόδοξης Βάπτισης, θα όφειλε να ταυτίζεται και με το πρόσωπο της πνευματικής μητέρας ή του πνευματικού πατέρα, πλην... τις περισσότερες φορές στα νεότερα χρόνια όλο και δ ε ν συμπίπτει, αλίμονο και γραψαλίμονο!

Οι λόγοι, πλείστοι όσοι, δε θα αναλύσουμε

(Έλεος πια-ξεφεύγω από το κύριο θέμα- έλεος με την ατελεύτητη ανάλυση!
Αυτή με το πλανεμένο υποκειμενικότατο...ψείρισμα,ειδικά σε μικροσκοπικό επίπεδο συγγενικών-φιλικών σχέσεων, κάνει φύλλο- φτερό προθέσεις άγιες και ακυρώνει του πλησίον πολυτίμητα συναισθήματα, δημιουργώντας στην τελική ένα άσπλαγχνο φαντασιακό σύμπαν εσωτερικού-εξωτερικού κόσμου των συν-ανθρώπων και των πεπραγμένων τους,μια αρνητική μετα-τόπιση κινήτρων και παρ-ερμηνεία χαρακτήρων και στάσεων βίου, χωρίς ζωηφόρο λάμψη, χωρίς ανακαινιστική δύναμη, δίχως αιώνια αξία, απαρασάλευτη...)

Πήγαμε, λοιπόν, στον Αγιάννη το Ρώσο - εκεί και τότε- με βάφτισαν- έχω στη μνήμη ζωντανή τη σκηνή μετά το μέγα Μυστήριο... με κράταγαν αγκαλιά και, πλησιάζοντας ο ιερέας- απροσδοκήτως- άπλωσα τα αθώα, φρεσκοβαφτισμένα χεράκια, τον άρπαξα με σθένος -ου το τυχόν- από τη μακριά τη γενειάδα- χαχαχα... είδε και έπαθε ο χριστιανός- τις λευιτικές, σεβάσμιες τριχούλες, να τις γλιτώσει!

( "οποίαι προσημάνσεις υπολανθάνουσαι", θα ηδύνατο να σχολιάσει κακεντρεχώς τις, ευγενικό μου αγαπημένο, αλλ' ημείς, ας συνεχίσωμεν απτόητοι, την περιγραφή των εμπειριών και συναισθημάτων μας...)

Το θέμα είναι ότι μεγάλωσα σαν ορφανό τόσο από βιολογικούς γονείς όσο και από πνευματικούς αναδόχους και στο συνειδητό- όπως θα άρθρωνε εμφαντικά και ο νηφάλιος γνωστός, αμερικανοσπουδαγμένος πατρινός ψυχαναλυτής

(εκείνος ντε που ρίξαμε ΤΟ γέλιο στην κηδεία της μανούλα του, ξαναδιάβασε το σκηνικό να ευθυμήσεις, αν τραβάς κανα ζόρι- μέρες που έρχονται...)

ουδαμώς συνειδητοποιούσα το βάθος της έλλειψης.

Προσωπικά, μπορεί να μην αντιλαμβανόμουν, βεβαίως, τις διαστάσεις της έλλειψης -ως " κουτορνίθι ολκής,

κνώδαλο, κωθώνι και τέρας της Κοινωνίας των Εθνών"

- όλα μαζί, με μια ανάσα τα εκσφενδόνιζε-

"στολίζοντάς " με, ευκαίρως ακαίρως, σε καθημερινή βάση η συχωρεμένη
- η ουδόλως από μοντέρνες παιδαγωγικές πρακτικές, χαμπαριάζουσα-

πλήν...η έλλειψη υπήρχε και παρα-υπήρχε και, με την παγερή της σκιά,

με ξύλιαζε αφόρητα...

Ποιος δύναται να νιώσει στο πετσί του, την ψυχολογική ορφάνια παιδιού, που οι γονείς του μαχαιρώνονται για ψύλλου πήδημα ή για άλλης φύσης... πηδήματα γενικότερον;

Ουδείς λατρεμένο μου, ει μη μόνον, όποιος, από τέτοιο ηλεκτρισμένο περιβάλλον κατόρθωσε -χάριτι Θεία- να επι-βιώσει!
.........................................................

Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι που στη μικρή επαρχιακή πόλη της Κυπαρισσίας Μεσσηνίας, που μεγάλωνα, ο Κύριος, έστειλε ως άγγελο εξ ουρανού, τη δ.Σοφίααα!

Η δ. Σοφία όπως σχολίαζε η μάνα μου- με απαξιωτικό μορφασμό ενίοτε, ήτανε και "πολυυυύ θεούσα"!

Ξέρεις τώρα δα και πώς φαίνονται οι... θεούσες κάποιας συγκεκριμένης κατηγορίας.

Η δ. Σοφία διατηρούσε φυλακισμένα μονίμως σε μεσαιωνικό κότσο τα υπέροχα καστανόξανθα μαλλιά της, έθαβε το νεανικό της, 37χρονο(τότε )σφύζον από ζωντάνια σώμα κάτω από άχρωμο ντύσιμο δεκαετίας 1940, και...
φόραγε κάλτσα με ΡΑΦηηή!

-ΟΛΑ τα... λεφτά, ΘΕ μου ΘΕ μου, εκείνη η ραφή!

τη σχολιάζαμε κιόλας, οι πιτσιρίκες με καλοπροαίρετα χάχανα κάθε που στράβωνε η γραμμή της, πάνω στη γάμπα...

-Αμάν! πού τις βρίσκαν, αδερφάκι,
α υ τ έ ς τις κάλτσες!

-άλυτη θα μείνει η απορία μου, στον αιώνα-

και τέλος πάντων... η... θεούσα δ. Σοφία, εννοείται ότι δεν έμοιαζε στο παραμικρό με τις γκλαμουριάρες ξανθιές της τυφλεόρασης που ευτυχώς ακόμη
δ ε ν είχαν προκύψει στις συνειδήσεις μας, όμως,
ήταν τέτοια η λάμψη των λαδοπράσινων-ίδια ήμερος ελαιώνας - ματιών της που για χάρη της, όλες θα πέφταμε στη φωτιά- αν θα το ζήταγε!

Την πρώτη φορά που την είδα, και παρά το ντεμοντέ, της αμφίεσης, με άφησε άφωνη μια ευλογία πνευματική που η παρουσία της έκπεμπε, και ένιωσα σαν τον τυφλό που ξαφνικά... του θεραπεύουν τα μάτια και έκθαμβος βλέπει τον ουρανό- το γαλάζιο, από τη διάχυση των χρυσαφένιων αχτίδων..

Όταν πρωτοαντάμωσα την ταπεινότατη- μέσ'στη Μεγάαααλη Χαρά, λουσμένη παρουσία- που όλο γελούσε σαν παιδούλα πεντάχρονη, και θεωρούσε άπαντα τα του βίου- ακόμη και τα πικρότατα- ως τερπνά, ωφέλιμα και δωρεές απερίγραπτες... έπαθα πολιτισμικό σοκ- που γράφει και κάποιο μικρό περιστέρι μου...
...........................................

Θυμάσαι και συ, τι μου 'χεις τονίσει- με περίσκεψη- σε ανύποπτο χρόνο;

-Ποιοι χριστιανοί, ρε μανδάμ Σαλογραία;
Ἐχεις βρει εσύ, κανένα π ρ α γ μ α τ ι κ ό χριστιανό;
Σου λέω,λοιπόν, ότι αν ποτέ συναντήσω έ ν α ν χριστιανό και
τον θ α υ μ ά σ ω,
και σκεφτώ ότι θα 'θελα να ήμουν σ α ν και α υ τ ό ν,
τότε θα κάνω στροφή, θ΄ αφήσω όλη τη ματαιότητα πίσω μου
και θα ακολουθήσω τα βήματά του!

Μέχρι να γίνει τέτοια Ανά-σταση, σε παρακαλώ, μ ή μου σκοτίζεις τον ...έρωτα!


Έτσι είπες, μονάκριβό μου, και τις κρατώ σκεπασμένες σε αλαβάστρινο δοχείο σιωπής, τις προφητικές λέξεις- εκεί που φυλάω των προσευχών, τους ταπεινούς μαργαρίτες...
περιμένοντας υπομονετικά το "πότε" της δικής σου Συνάντησης...
.......................................................

Η δική μου Συνάντηση, προέκυψε τότε.

Την προσφωνούσαν: "δεσποινίς Σοφία!"

Με θέρμανε -το πεντάρφανο- με τη μορφή της, ο Ήλιος, μέσ' απ'την απερίγραπτη δοτικότητα την απαράμιλλη -εν Κυρίω Ιησού Αναστάντι- αγάπη, την αδιάλειπτη προσευχή της.

Τελικά, ίσως δεν ήμουν τόοοσο "όρνιο", όσο η μακαρίτισσα στα τετραπέρατα διαλαλούσε...

Μου έλειπαν γονείς.
Σχεδόν βιολογικοί.
Και οπωσδήποτε πνευματικοί.

Δίχως να πω μία λέξη, χωρίς να κάνω καμία ξεκάθαρη δήλωση- ανεπιγνώστως-
υ ι ο θ έ τ η σ α τη δ. Σοφία,
ως τη λατρεμένη, πνευματική μου μητέρα.

(Την ίδια εποχή είχα υιοθετήσει και τον ασκητικότατο, ταπεινότατο, πτωχότατο και εντιμότατο π.Χρυσόστομο της Μονής του Τιμίου Προδρόμου, ως τον πνευματικό μου πατέρα...)

Ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας, για εκείνη τη Φ ώ τ ι σ η!

Και η δ.Σοφία η...θεούσα, η "αφιερωμένη" της αδελφότητος.... που επέλεξε, να μην αποκτήσει δικά της κατά σάρκα παιδιά, παρά μόνον κανάκευε ανίψια, και ζέσταινε στην πλατιά αγκαλιά της, τα παιδιά πάσης της Οικουμένης, δέχτηκε- εν επιγνώσει αυτή- με άφατη- απόλυτα θεραπευτική, χρυσή προθυμία- να γίνει η πνευματική μου μητέρα.
...........................................
Θυμάμαι ακόμα, πώς... ψάρεψε τον παιδικό μου εαυτό, στα δίχτυα της Πίστης...

Το δόλωμα το δικό της,

( σωστό βάλσαμο ψυχής -δια του σώματος- μια και δεν ήταν μονοφυσίτισσα)

βύσσινο γλυκό του κουταλιού που έφτιαχνε με αφάνταστο κέφι.

Τρελαινόμουν για κείνο το ονειρεμένο το βύσσινο.

Και πραγματικά, ποτέ μου δεν κατάλαβα τη λογική όσων απαξιωτικά αποφθέγγονται με ύφος θιγμένης κυρίας:

- Όου ντήαρρ! δε θα πάρω! να μένει το βύσσινο!

-Τι θα πεί να μένει το βύσσινο- για Όνομααα!
Είσαι με τα καλά σου;

Σε μένα- ομολογώ την αλήθεια- το βύσσινο, λεφτό, δεν προλάβαινε, να μείνει!

Έπαιρνε -όταν το πετύχαινα αφρούρητο σε βαζάκι - τρέχοντας- την κατιούσα προς το μικρό μου στομάχι...

-Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε; που ρητορικώς αναρωτιέται κι ο Μητσοτάκης;

-Για όλα τα γλυκά -το πικραμένο- ξεπούλαγα στο πι και φι, της θεοτιμήτου εγκρατείας, τα πρωτοτόκια!

-Έλα να σε φιλέψω, καλούσε ειρηνικά- με φωνή που θύμιζε κοντράλτο καμπάνα σε όρθρο- ο επίγειος ο άγγελος.

-Θα έρθω, αν δεν σας είμαι βάρος, αν δεν τρώω το χρόνο σας...

(για το βύσσινο ούτε κουβέντα, το βύσσινο το 'τρωγα αλύπητα!)

απαντούσα, με ελαφρότατο -δήθεν- δισταγμό και λαιμαργία που νόμιζα πως κρυβόταν.

-Επιτέλους!

Υπήρχε κάποιος που ευχαριστιόταν να με φιλέψει γλυκάκι!

Υπήρχε κάποιος που πέταγε σκούφια - να μιλήσει μαζί μου.

Υπήρχε κάποιος που δε με αποκαλούσε "κωθώνι"-κι ας ήμουνα- υπήρχε κάποιος που επιθυμούσε να ακούσει τους αφελείς λογισμούς μου...

Έτρωγα ίσα με τρία πιατελάκια απ'το ποίημα των χειρών της- α! όλα κι όλα! γενναιόδωρη ως το Θεό η άγια κοπέλα!

-Καμία τσιγκουνιά και σε τίποτα!

Ωκεανός η καρδιά της.

Μέσα στις φλέβες της, έτρεχε το Αίμα Εκείνου που κάποτε είπε στους Μαθητές Του:

-ΛΑΒΕΤΕ ΦΑΓΕΤΕ!
ΤΟΥΤΟ ΕΣΤΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ..

-Λάβετε, φάγετε!

ήταν και η ζωή της Σοφίας.

-Λάβετε φάγετε:

Απ' το βύσσινο,
απ' το φαγητό,
απ' το ποτό,
απ' το χαμόγελο,
απ'την έγνοια,
απ'την προσευχή,
απ' το χρόνο,
απ'τα χρήματα
απ' τη ζωή μου,

σε όλους τους τόνους,
σε όλους τους ήχους,
διακονούσε αθόρυβα -μοιράζοντας τοις πένησιν,
εκείνη η ταπεινή αποδέκτης
των Δωρεών του Παράκλητου....

Λάβετε, φάγετε!

-Πώς να μην τιμώ αυτή τη Μητέρα;

Ενσάρκωνε για μένα, για μας, και εξακολουθεί να ενσαρκώνει- στο δικό μου εσωτερικό χρόνο, και ας μη συναντιόμαστε σωματικά -ενσάρκωνε, λέω, την ΑγιοΠνευματική εμπειρία του μεγάλου Απόστολου -όπως την περίγραψε στην προς Θεσσαλονικείς, Α΄ επιστολή του:

"Αλλ' εγενήθημε ήπιοι εν μέσω ημών, 

ως αν τροφός θάλπη τα εαυτής τέκνα.

Ούτως ομειρόμενοι υμών

ευδοκούμεν μεταδούναι υμίν

ου μόνον το Ευαγγέλιον του Θεού

αλλά και τας εαυτών ψυχάς ,

διότι αγαπητοί ημίν

γεγένησθε"
(κεφ.β στ.7-8).
...........................


Όχι μόνο το Λόγο του Θεού, αλλά πάσα την ύπαρξή της-για Χάρη του Λόγου-
την πρόσφερε θ υ σ ί α μυστική, η Σοφία σε όποιο άνθρωπο, μικρό ή μεγάλο, πλούσιο ή φτωχό, αγράμματο ή σοφό, άσημο ή δήθεν σπουδαίο, συναντιόταν μαζί της.

Από το νοερό, πλούσιο μαστό της πνευματικής μας μητέρας , ατέλειωτες στρατιές παιδιών, θηλάζαμε Πίστη, Ελπίδα και Ανεξίκακη Αγάπη 
στην π ρ ά ξ η.

Νομίζω ότι μετά τη γνωριμία μαζί της, το Σ. έγινε το αγαπημένο μου γράμμα στην αλφαβήτα, νομίζω ότι από τη γνωριμία μαζί της, άρχισα να ψυλλιάζομαι πως υπάρχει και μια Ουράνια Σοφία που κρατάει με Άφατη Τρυφερότητα στην αγκαλιά Της, και αναδημιουργεί το κάθε κλάσμα του χρόνου, ό λ ο το Σύμπαν..

Εντέλει, το βλέπω: Ο άνθρωπος που ευλογήθηκε  να συναντήσει στη διάρκεια του βίου του, έστω έναν  αληθινό μαθητή του Κυρίου Ιησού, μπορεί να αντέξει μετέπειτα, κάθε δυσκολία, κάθε βασανιστήριο, των Πολεμίων...
.......................................................

Η δ. Σοφία ήταν για μένα η μάνα που θα θελα να χα -και που σε κείνη τη φάση, δεν είχα.

Στη μάνα μου όφειλα το σωματικώς ζην, στην κατηχήτρια και -όχι μόνον- το ευ ζην
της νήπιας ψυχής μου.

Αδύνατον να ζωγραφίσουν οι λέξεις, το ουράνιο χρώμα της ίασης, που άπλωσε σε δύσκολο καιρό, η φροντίδα της, μέσα μου.

Ο Άγιος Τριαδικός Θεός, μυριοπλασίως, ας αποδώσει.

Τόνιζε η  αγωνίστρια Γαβριηλία  γερόντισσα κάποτε :

-Να μη ζητάτε ευγνωμοσύνη από κανέναν,
αλλά εσείς, για ό,τι καλό λάβατε στη ζωή σας,
να είστε ευγνώμονες
όσο δεν παίρνει!


Λοιπόν.... απέναντι στη Σοφία

την ακάματη εργάτιδα της Πνευματικής σου Κυψέλης, Χριστέ,
η οποία, με το άφθαρτο μέλι της δικής Σου Παρουσίας με τάισε, με τόνωσε και με ζέστανε
-τότε που πεινασμένο, και άστεγο τουρτούριζα από το ψύχος της οικογενειακής μου οδύνης-

είμαι
και
θα είμαι
νυν
και αεί
και
εις τους αιώνες...

ευγνώμων

όσο
δεν παίρνει!
!

διότι...

εν Χριστώ Ιησού μυρίους παιδαγωγούς έχομεν- που γράφει και ο άγιος Απόστολος,στην Α΄προς Κορινθίους-

αλλ'ου, πολλούς πατέρας....

και μητέρας...



Ευανθία η Σαλογραία

..................................................................................................
..................................................................................................

Oι ευαγγελίστριες των Eυαγγελιστών!

Αποτέλεσμα εικόνας για Мироносице



Την δεύτερη Κυριακή -μετά το Πάσχα- τιμώνται οι Μυροφόρες, οι ευλαβέστατες εκείνες γυναίκες οι οποίες παρηκολούθησαν την Διδασκαλία κι εν γένει την δημόσια Δράση του Ιησού με χαρακτηριστικήν αφοσίωσιν, επιμελήθηκαν και άλειψαν με μύρα το Άχραντο Σώμα Του κατά τον Ενταφιασμόν.
Ήσαν Mαθήτριες του Χριστού κι έμειναν κοντά στην Κυρία Θεοτόκο κατά την Σταύρωση, θρήνησαν μαζί Της και όταν οι λοιποί είχαν κρυφθεί, εκείνες -θαρραλέες- απεφάσισαν να μυρώσουν το Σώμα σύμφωνα με όλα τα προβλεπόμενα. Έτσι αγόρασαν πανάκριβα αρώματα και πήγαν ξημερώματα στον Πανάγιο Τάφο. Πρώτες εκείνες έμαθαν ότι αναστήθηκε ο Χριστός και στην συνέχεια πρώτες Τον είδαν Eγηγερμένον εκ νεκρών κι αυτό σαν μορφή επιβραβεύσεως για την πίστη και την ανδρεία τους, στην διάρκεια των Αχράντων Παθών!.. Οι Mυροφόρες δεν πήγαν στον Πανάγιο Τάφον όλες μαζί, αλλά σε διαφορετικές ομάδες και σε διαφορετικούς χρόνους. Η Μαρία η Μαγδαληνή και η «άλλη» Μαρία έφθασαν πρώτες.
Ο Χριστός Ανέστη! Ο Πανάγιος Τάφος Του κενός!.. Εκείνες βεβαίως καθώς επήγαιναν προς τα εκεί ανυποψίαστες, ανησυχούσαν για τον πελώριο λίθο με τον οποίον είχε σφραγισθεί ο Τάφος· 




Ήτο «μέγας σφόδρα» και δεν ήξεραν πώς θα τον μετακινούσαν. Ένας Άγγελος παρίσταται, γίνεται σεισμός και ο πελώριος λίθος κυλά! Aς παρακολουθήσουμε την ευαγγελική περικοπή της Aναστάσεως:


«Καί διαγενομένου τοῦ Σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ ̓Ιακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν τὸν Ιησοῦν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· ̓Ιησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. Ἀλλ ̓ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ».
Και αφού πέρασε το Σάββατον, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα για να έλθουν να αλείψουν τον Iησούν. Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα της εβδομάδος, μόλις ανέτειλεν ο ήλιος, έρχονται στο μνήμα. Έλεγαν δε μεταξύ τους: «Ποιος θ’ αποκυλίση για μας τον λίθον από την είσοδο του μνήματος;» Αλλά μόλις κοίταξαν, βλέπουν ότι ο λίθος είχεν αποκυλισθή. Ήταν δε πάρα πολύ μεγάλος. Και αφού μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νέο να κάθεται στα δεξιά ντυμένος με λευκή στολή, και τρόμαξαν. Αυτός δε τους είπε: «Μη τρομάζετε! Τον Ιησού ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον Eσταυρωμένον. Ανέστη, δεν είναι εδώ. Να ο τόπος όπου Tον ενταφίασαν. Aλλά πηγαίνετε να πήτε στους Mαθητάς Aυτού και μάλιστα στον Πέτρον ότι πηγαίνει πριν από σας και σας περιμένει στην Γαλιλαίαν, εκεί θα Tον δήτε, όπως σας είπε. Βγήκαν και έφυγαν από το μνήμα και ήσαν συγκλονισμένες και εκστατικές. Και δεν είπαν τίποτε σε κανένα, διότι εφοβούντο.
Γίνονται λοιπόν οι Μυροφόρες ευαγγελίστριες των Ευαγγελιστών και απόστολοι των Αποστόλων!
Ο Όσιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης αναφέρει αναλυτικώς ποιές ήσαν οι Μυροφόρες. 
H Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποίαν ο Κύριος εξήγαγε επτά δαιμόνια. Εκείνη, γι’ αυτήν την ευεργεσία, Τον ακολουθούσε. Μαγδαληνή λεγόταν επειδή κατήγετο από τα Μάγδαλα. H Σαλώμη. H Ιωάννα σύζυγος Χουζά. H Μαρία η του Κλωπά. H Σωσάννα. Υπήρξαν και άλλες, οι οποίες τις βοηθούσαν. 
Ο Όσιος Νικήτας ο Στηθάτος αναφέρει: Η Μαρία η Μαγδαληνή δηλώνει την ψυχή που καθαρίζεται από τα δαιμόνια και με τον λόγο των Ευαγγελικών περικοπών.
 Η Σαλώμη -της οποίας το όνομα σημαίνει ειρήνη- δηλώνει τον άνθρωπο που απέκτησε την εσωτερικήν ειρήνην. Aφού νίκησε τα πάθη, υπέταξε το σώμα στην ψυχή και κατέκτησε την γνώση μέσα από την θεωρία και τα πνευματικά νοήματα.
 Η Ιωάννα, της οποίας το όνομα σημαίνει περιστερά, συμβολίζει την άκακη και γονιμότατη στις αρετές ψυχήν, η οποία απέβαλε κάθε πάθος με την πραότητα και είναι θερμή στο να γεννά τα πνευματικά νοήματα με πνευματική διάκρισιν. Όταν ο άνθρωπος διακρίνεται γι’ αυτές τις καταστάσεις και πλησιάζει το μνημείο της καρδιάς του, τότε θα δη τον λίθο της πωρώσεως, της ασαφείας του λόγου του να σηκώνεται, τους Αγγέλους -δηλαδή την συνείδησή του- να του αναγγέλουν ότι αναστήθηκε μέσα του ο νεκρωθείς λόγος της αρετής και της γνώσεως, αλλά θα αξιωθή να δή και την εμφάνιση του ίδιου του Θεού Λόγου στον νού, χωρίς τύπους και σύμβολα.
Οι Mυροφόρες ενέπνευσαν Πατέρες της Εκκλησίας να προβάλουν την αφοσίωση και την μαρτυρία τους, ως πρότυπο για τον ρόλο των γυναικών στην ζωή της Εκκλησίας.
Eμμανουήλ Mελινός


θεολόγος- συγγραφεύς Διευθυντής Bιβλιοθήκης I. Συνόδου της Eκκλησίας Eλλάδος

πηγή: προσκυνητής

............................................................................................
....................................................................................................


Κυριακή των Μυροφόρων

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

«Ήταν ημέρα Παρασκευή, παραμονή του Σαββάτου. Κατά το δειλινό, ο Ιωσήφ, ένα αξιοσέβαστο μέλος του Συνεδρίου, που καταγόταν από την (ιουδαϊκή πόλη) Αριμαθαία, και περίμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού, τόλμησε να πάει στον Πιλάτο και να ζητήσει το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος απόρησε που ο Ιησούς είχε κιόλας πεθάνει. Κάλεσε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πεθάνει από ώρα. Όταν πήρε την απάντηση από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα στον Ιωσήφ. Εκείνος αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Ιησού, τον τύλιξε μ’ αυτό και τον τοποθέτησε σ’ ένα μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο. Μετά κύλισε ένα λιθάρι κι έκλεισε την είσοδο του μνήματος. Η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσήφ παρακολουθούσαν πού τον έβαλαν.

Όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη, αγόρασαν αρώματα, για να πάνε ν’ αλείψουν το σώμα του Ιησού. Ήρθαν στο μνήμα πολύ πρωί την επομένη του Σαββάτου, μόλις ανέτειλε ο ήλιος. Κι έλεγαν μεταξύ τους: “Ποιος θα μας κυλίσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;” Γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Μόλις όμως κοίταξαν προς τα ‘κει, παρατήρησαν ότι η πέτρα είχε κυλήσει από τον τόπο της. Μόλις μπήκαν στο μνήμα, είδαν ένα νεαρό με λευκή στολή να κάθεται στα δεξιά, και τρόμαξαν. Αυτός όμως τούς είπε: “Μην τρομάζετε. Ψάχνετε για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, το σταυρωμένο. Αναστήθηκε. Δεν είναι εδώ. Νά το μέρος όπου τον είχαν βάλει. Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: ‘πηγαίνει πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει. Εκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε’”. 

Οι γυναίκες βγήκαν κι έφυγαν από το μνήμα γεμάτες τρόμο και δέος. Δεν είπαν όμως τίποτα σε κανέναν, γιατί ήταν φοβισμένες» (Μαρκ. 15,43-16,8).

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ:

   Η ημέρα του Σαββάτου, αφιερωμένη στο Θεό και ημέρα πνευματικής ανάπαυσης,  ήταν το διακριτικό γνώρισμα των Ισραηλιτών, μαζί με την περιτομή και τις Δέκα Εντολές της Διαθήκης.

 Με αυτά ξεχώριζαν από τους διάφορους ειδωλολατρικούς λαούς, δεδομένου ότι τους κάλεσε ο Θεός σε πορεία σωτηρίας, ώστε να προετοιμάσει τον δρόμο για την είσοδο στην ιστορία του Ιησού Χριστού του Υιού Του και τη θέωση των πιστών στο όνομά Του. 

Από τις 6 το απόγευμα της Μ. Παρασκευής ανέτειλε λειτουργικά η ημέρα του Σαββάτου, οπότε απαγορεύονταν τόσο οι αποκαθηλώσεις από τους σταυρούς όσο και το να θάπτονται οι νεκροί (έξω από την πόλη όπως συνηθιζόταν). Γι’ αυτό και έπρεπε να επισπευστούν  οι διαδικασίες και το νεκρό σώμα του Ιησού να ταφεί.

Ο  Ιωσήφ και ο Νικόδημος, μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου και κρυφοί μαθητές του Χριστού, με κίνδυνο την καριέρα τους, τη φήμη τους, τα ειρωνικά σχόλια εναντίον τους, την υποτίμησή τους στα μάτια των άλλων συναδέλφων τους, πραγματοποίησαν το άλμα της έμπρακτης πίστης και με θάρρος ο καλοκάγαθος και δίκαιος Ιωσήφ ζήτησε από τον Πιλάτο να του δοθεί το άπνουν ένδοξο σώμα του Ιησού. Εφοδιάστηκαν με αρώματα και κατάλευκο σεντόνι και αφού πρόσφεραν έτσι τις καθιερωμένες τιμές στον μεγάλο νεκρό, τον τύλιξαν στο σεντόνι και τον εναπέθεσαν σε πέτρινο ολοκαίνουργιο μνήμα, που προοριζόταν για τον Ιωσήφ (Ματθ. 27,60).

Πραγματοποιήθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο η προφητεία του Ησαΐα που έλεγε: «Ο τάφος Του ορίστηκε με τους κακούργους (τους σταυρωμένους εκ δεξιών και αριστερών του Ιησού ληστές). Όμως στο θάνατό Του στάθηκε με τον πλούσιο» (53, 9) [δηλαδή τοποθετήθηκε στον τάφο του προαναφερόμενου βουλευτή Ιωσήφ]. 

Δόθηκε διαταγή μάλιστα από τον Πιλάτο, κατόπιν παράκλησης των αρχιερέων και Φαρισαίων, να φρουρείται ο τάφος μέχρι και την τρίτη ημέρα, μήπως και κλαπεί το σώμα του Ιησού από τους μαθητές Του. Πράγματι ο λίθος του τάφου σφραγίστηκε και άφησαν και φρουρά ένοπλων ρωμαίων στρατιωτών (Ματθ. 27,62-66).

Επαληθεύτηκε επομένως και η προφητεία του Ψαλμού 15,10, στον οποίο περιγράφεται η τριήμερη ταφή και ανάσταση του Ιησού, με τα λόγια: «Στον άδη δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου, ούτε ο γνήσιος πιστός σου θα αφήσεις να αντικρύσει τη φθορά (σωματική αποσύνθεση)». Το σώμα Του, πράγματι, τις τρεις ημέρες του θανάτου του, ως αδιάσπαστα ενωμένο με τη θεότητά Του, δεν γνώρισε αποσύνθεση. 

Ο μεγάλος τραγικός ποιητής Αισχύλος είχε γράψει διάλογο μεταξύ του θεού Ερμή και του Προμηθέα, που αποκαλύπτει την κάθοδο του Χριστού στον άδη: «Δεν θα πάρουν τέλος τα βάσανά σου μέχρις ότου κάποιος Θεός εμφανιστεί που θα θελήσει να κατέβει στον άδη, παίρνοντας πάνω του τα πάθη σου» (Προμηθέας Δεσμώτης, στ. 1026-9). 

Αυτό επαληθεύτηκε μόνο στη ζωή και τον θάνατο του Ιησού. 

Τις τρεις ημέρες του θανάτου Του, η ψυχή Του ενωμένη με την θεότητά Του πήγε στον άδη και κήρυξε στα φυλακισμένα εκεί πνεύματα και έσωσε όσους είχαν τις προϋποθέσεις για σωτηρία (Α΄ Πέτρ. 3,18-20).

Την όλη διαδικασία αποκαθηλώσεως παρακολούθησαν λιγοστοί άνθρωποι. Η Θεοτόκος, ο μαθητής Ιωάννης, οι δύο ευσεβείς βουλευτές Ιωσήφ και Νικόδημος, η Μαρία η Μαγδαληνή (σε κανένα σημείο των Ευαγγελίων δεν φαίνεται πως ήταν παραστρατημένη γυναίκα), η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, και η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου (Μτθ. 27, 55-56). 

Συνολικά 7 δηλαδή πρόσωπα. Στη συνέχεια, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσήφ παρακολουθούσαν πού έβαλαν τον νεκρό Ιησού. Είδαν το μνήμα και ότι σ’ αυτό τοποθετήθηκε ο Αρχηγός της ζωής (Λουκ. 23, 55-56). 

Ως εκ τούτου άτοπη και ανιστορική παραμένει η ορθολογιστική άποψη πως  δήθεν οι μυροφόρες γυναίκες πήγαν κατά λάθος, ξημερώματα Κυριακής, σε άλλο τάφο.

Η ζωντανή πίστη των μυροφόρων γυναικών ήταν εκείνη που τους παρακίνησε σε πορεία προς τον τάφο του Ιησού, αφού γνώριζαν εξάλλου ότι ο τάφος ήταν σφραγισμένος και πως φυλούσαν ανύσταχτα οι ρωμαίοι στρατιώτες.

 Εφοδιασμένες με αρώματα και μύρα, ξεκίνησαν βαθειά χαράματα της Κυριακής για να ολοκληρώσουν τις θρησκευτικές τιμές στον νεκρό πνευματικό βασιλέα, αφού την ημέρα του Σαββάτου δεσμεύονταν από τις ιουδαϊκές τελετουργικές διατάξεις του Νόμου. 

Ούτε καν τους περνούσαν από το μυαλό τα λόγια του ιδίου του Κυρίου, όταν προφήτευσε για την ανάστασή Του τα εξής: «Γκρεμίστε τον ναό αυτόν και σε τρεις ημέρες θα τον ανοικοδομήσω» (Ιω. 2,19). Εννοούσε φυσικά το σώμα Του και όχι τον Ναό των Ιεροσολύμων, τον οποίον χρειάστηκαν 46 χρόνια να χτίσουν. 

Ο ευαγγελιστής Λουκάς επιπλέον αναφέρει ότι ο ουράνιος Σωτήρας των ανθρώπων ανέστησε μόνος Του τον εαυτόν Του, αφού «μετά το θάνατό Του παρουσιάστηκε σ’ αυτούς (τους αποστόλους) ζωντανός με πολλές αποδείξεις. Για σαράντα μέρες τους εμφανιζόταν και τους μιλούσε σχετικά με τη βασιλεία του Θεού» (Πράξ. 1,3). 

Βρήκαν όμως με έκπληξη οι γυναίκες την πέτρα κυλισμένη από το μνήμα. Πλησιάζοντας είδαν έναν λευκοντυμένο άγγελο [σύμφωνα με την ερμηνευτική θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά και του Λουκ. 24, 4 όπου αναφέρονται δύο άντρες με αστραφτερές στολές], ο οποίος τους γνωστοποίησε την ανάσταση του Κυρίου και τους έδωσε οδηγίες για τους αποστόλους ότι θα τον συναντήσουν στην Γαλιλαία. 

Οι γυναίκες έφυγαν τρέχοντας από το μνημείο, χωρίς στο δρόμο να μιλήσουν σε κανέναν, ένεκα του θείου τρόμου και της έκστασης που τις κατείχε.  

      
Εδώ τελειώνει το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, ενώ η συνέχεια της μεγαλύτερης επανάστασης στα ανθρώπινα και πηγής αφθαρσίας, δηλαδή της ανάστασης του Χριστού, δίδεται από τα Ευαγγέλια του Ματθαίου, του Λουκά, του Ιωάννη και από τις Πράξεις των Αποστόλων. 

Διαβάζουμε λοιπόν ότι οι απόστολοι έμαθαν για το ελπιδοφόρο και χαρούμενο μήνυμα της Αναστάσεως  από τις Μυροφόρες Γυναίκες. Για τον ζωοποιό τάφο ξεκίνησαν πρώτοι ο Πέτρος και ο Ιωάννης. 

Μέσα όμως εισήλθε πρώτος ο έμπειρος και μεγαλύτερος στην ηλικία Σίμων Πέτρος. Εκεί βρήκαν τις πάνινες λουρίδες στο έδαφος και το σουδάριο με το οποίο είχαν δέσει το κεφάλι του Ιησού να είναι τυλιγμένο σε μια μεριά χωριστά. 

Τότε πίστεψαν συγκλονισμένοι στις πολλές προφητείες της Π.Δ. που λένε ότι ο Μεσσίας θα ανασταινόταν από τους νεκρούς, σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού (Ιω. 20,1-10). 
       
Από το σημείο αυτό και ύστερα αρχίζουν οι εμφανίσεις του αναστημένου Ιησού στους μαθητές Του, αρχής γενομένης από τη Μαρία τη Μαγδαληνή. 

 Εκεί που έκλαιγε σκύβει να δει μέσα στο μνήμα και βλέπει δύο λαμπρούς αγγέλους να στέκονται εκεί που κειτόταν πριν το σώμα του Ιησού, ο ένας προς το μέρος του κεφαλιού και ο άλλος προς το μέρος των ποδιών. 

Ο ίδιος δε ο Ιησούς τής εμφανίστηκε αμέσως μετά, ενώ εκείνη νόμιζε πως ήταν ο κηπουρός και ζητούσε απ’ αυτόν το σώμα του Ιησού. 

Μόνο όταν ο Χριστός τη φώναξε με το όνομά της κατάλαβε ποιος ήταν και του λέγει: «Ραββουνί», που σημαίνει «Διδάσκαλε».

Πλησιάζοντας για να τον αγγίξει και να φιλήσει τα πόδια Του, εκείνος την σταμάτησε λέγοντας: «Μη μ’ αγγίζεις, διότι δεν ανέβηκα ακόμη προς τον Πατέρα μου». Η Μαρία νόμιζε ότι θα παραμείνει κοντά τους ο Ιησούς με την ταπεινή μορφή που είχε άλλοτε, όσο ήταν μαζί τους. 

Το «μη μου άπτου» όμως που της είπε σημαίνει ότι από εδώ και πέρα οφείλουν οι μαθητές και όλοι οι χριστιανοί στην ιστορία να σχετίζονται μαζί Του και να τον θεωρούν ως Κύριο και Θεό και όχι ως επίγειο καθοδηγητή και πνευματικό δάσκαλο. 

Ο Χριστός αμέσως μετά τη στέλνει στους αδελφούς Του (νέα αδελφική σχέση μαζί Του δημιουργείται μέσα στην Εκκλησία Του)  να τους ενημερώσει ότι «ανεβαίνει σ’ εκείνον που είναι δικός μου και δικός σας Πατέρας, δικός μου και δικός σας Θεός».

 Αυτό δείχνει τη θεία πλέον υιοθεσία όλων μας μέσω της ανάστασης Του. Πήγε τότε η Μαρία η Μαγδαληνή στους μαθητές και τους ανήγγειλε: «Είδα τον Κύριο» και διηγήθηκε όλα όσα έγιναν (Ιω. 20, 11-18). 

Έκτοτε το νόημα της χριστιανικής ζωής είναι η αγιοπνευματική πράγματι συνάντηση και καρδιακή κοινωνία με τον Χριστό δια της χάριτός Του και δια των μυστηρίων της Εκκλησίας.    

   
Η επόμενη συνάντηση του αναστάντος Κυρίου με τους μαθητές Του έγινε, των θυρών κεκλεισμένων (επειδή φοβούνταν τις ιουδαϊκές αρχές),  στο σπίτι του ευαγγελιστή Μάρκου, την πρώτη και την επόμενη Κυριακή από την ανάσταση, απόντος και παρόντος του αποστόλου Θωμά αντίστοιχα.  

Το ότι εμφανίστηκε μπροστά τους εν μέσω κλειστών θυρών μάς επισημαίνει τη φύση του αναστημένου σώματός Του, που έχει διαφορετικές πλέον και ανώτερες ιδιότητες από αυτές που είχε πριν και είναι τύπος των δικών μας αναστημένων σωμάτων κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του. 

Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. Αυτή η χαρά και η ειρήνη που τους είπε ως χαιρετισμό είναι εξ ουρανού και είναι υπόθεση του Αγίου Πνεύματος, όπως και η δύναμη της αφέσεως των αμαρτιών που τους χορήγησε στη συνέχεια. 

Τους έδωσε Πνεύμα Άγιο (ως αρραβώνα της Πεντηκοστής που θα ερχόταν σε μερικές ημέρες) και τους ανακοίνωσε ότι τους στέλνει στον κόσμο για να συγχωρούν ή να κρατούν αμαρτίες (Ιω. 20, 19-29). 

Όλα αυτά είναι προάγγελοι των θαυμάτων που επακολούθησαν μέχρι σήμερα, των αναστάσεων και των θεραπειών, ένεκα της χάριτος του Θεού και της ενίσχυσης του Παρακλήτου. Μάλιστα το είχε προείπει ο Χριστός στη Σαμαρείτισσα (μετέπειτα αγία Φωτεινή) στο πηγάδι του Ιακώβ, όταν της αποκάλυψε ότι στους πιστεύοντες σ’ Αυτόν θα χορηγήσει ζωντανό νερό και εν τη καρδία τους πηγές ύδατος αιώνιας ζωής (Ιω. 4, 10-14). 

Χωρίς το Άγιο Πνεύμα είναι αλήθεια ότι οι απόστολοι θα παρέμεναν απλοί ψαράδες και ο χριστιανισμός δεν θα ξεχώριζε από μια ιουδαϊκή αίρεση.

Τα Ευαγγέλια μνημονεύουν και την εμφάνιση του Ιησού στους επτά μαθητές στη θάλασσα της Τιβεριάδος, κατά τη διάρκεια αναποτελεσματικού ψαρέματος. Το πρωί τούς συνάντησε ο Ιησούς και τους ρώτησε αν έχουν τίποτε φαγώσιμο. Στην αρνητική τους απάντηση τούς συνέστησε να ρίξουν τα δίχτυα στα δεξιά του πλοίου για να βρουν ψάρια. 

Έπιασαν τότε 153 ψάρια και αντιλήφθηκαν ότι ήταν ο Κύριος. 

Ο Χριστός τους δίδαξε έτσι ότι δεν πρέπει να μας απογοητεύουν οι αποτυχίες, αλλά να επιμένουμε στην κατά Θεόν ζωή και στις εντολές Του γιατί μόνο η συνεργασία, η επιμονή και η υπομονή εγγυώνται την επιτυχία και το σωστό αποτέλεσμα, που πάντα προέρχονται από τον Χριστό. 

Ακόμη, ενώ έπιασαν πάρα πολλά ψάρια, «το δίχτυ δεν είχε σκιστεί». 
Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία είναι μία παρά το πλήθος των μελών της, αλλά και ότι ο Χριστός παρέχει πάντα θεία προστασία στην Εκκλησία Του (Ιω. 21, 1-14).


Ο Χριστός εμφανίστηκε και την ημέρα της λαμπροφόρου αναστάσεώς Του, το απόγευμα, σε δύο βαδίζοντες προς την πόλη Εμμαούς μαθητές Του, ήτοι στον Λουκά και τον Κλεόπα

Αυτοί (χωρίς να αναγνωρίσουν τον Κύριο) ήταν πολύ λυπημένοι για τον θάνατό Του και ο Χριστός συνοδοιπορώντας μαζί τους, τους ανέφερε πολλές προφητείες για τον Μεσσία και πως έπρεπε να πάθει και να αναστηθεί.

 Εκείνοι ένοιωθαν την καρδιά τους να καίει όσο τους μιλούσε και ανοίχτηκαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν μόνο όταν ευλόγησε τον άρτο, την ώρα που κάθισε μαζί τους για φαγητό στο χωριό, οπότε και χάθηκε αίφνης από μπροστά τους.

 Εκείνοι τότε επέστρεψαν στα Ιεροσόλυμα για να γίνουν κήρυκες του μεγαλύτερου γεγονότος στην ιστορία, της Αναστάσεως δηλαδή του Ιησού Χριστού (Λουκ. 24, 13-35).

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, 2003, Αθήνα
ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ, Σταύρου Φωτίου, εκδ. Γρηγόρης, 2000, Αθήνα
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Ν. Νευράκη, 1989